Greek English
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ / ΜΟΥΣΕΙΑ / ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ
Print this page

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ

Το εκκλησιαστικό Μουσείο της Βάσας Κοιλανίου, δημιουργήθηκε για να στεγάσει και να διαφυλάξει τους πολύτιμους εκείνους θησαυρούς, του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, που διασώθηκαν από τον πανδαμάτορα χρόνο. Ο σεβασμός και η αγάπη του αιδ. Πρεσβυτέρου Νικολάου Παναγιώτου προς την εκκλησιαστική κληρονομιά του χωριού του, τον ώθησαν να φανερώσει από την αφάνεια και τη λήθη, τις ιερές εικόνες και τα σεπτά κειμήλια που κοσμούν το παρεκλήσιο του Τιμίου Προδρόμου και το Μουσείο.

Ο επισκέπτης που είναι συνάμα και προσκυνητής, έχει τη δυνατότητα να ανακαλύψει έργα πίστης, ευσέβειας, μα προπαντός αγιότητας αφού τον τόπο τούτο αγίασαν, με τους ασκητικούς αγώνες τους, μεγάλοι άγιοι της Εκκλησίας μας, όπως ο όσιος Βαρνάβας και ο άγιος Τίμων.

Στο μόνιμο εκθεσιακό χώρο, παρουσιάζονται ιερές εικόνες εξαιρετικής τέχνης, που χρονολογούνται από το τέλος του 14 ου έως και το 16 ο αιώνα. Η παλαιότερη είναι μία σκαφωτή εικόνα προσκυνηταρίου, με την Παναγία δεομένη (τέλος 14 ου αιώνα). Το πλάσιμο των σαρκωμάτων, οι αδρές χρυσοκοντυλιές και γενικότερα η ελευθερία και άνεση που επιδεικνύει ο ζωγράφος στην όλη εκτέλεση, θυμίζουν ανάλογες έντεχνες εικόνες του 14 ου αιώνα στην Κύπρο.

Η εικόνα της Παναγίας της Παναχράντου είναι έργο με Κωνσταντινουπολίτικες καταβολές. Στον ίδιο ζωγράφο αποδίδονται και οι εικόνες της Παναγίας Παντάνασσας και πιθανόν του Αγίου Βαρνάβα. Οι εικόνες αυτές μπορούν να χρονολογηθούν στο β΄ μισό του 15 ου αιώνα. Παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές με τις αισθητικές και τεχνοτροπικές αντιλήψεις που επικρατούν στην Κύπρο την εποχή αυτή. Στην ύστερη παλαιολόγεια τέχνη της Βασιλεύουσας, οι μορφές έχουν ύφος επιβλητικό και έντονη καλλιτεχνικότητα. Ίσως ο ζωγράφος να ήταν κάποιος από τους διασωθέντες μοναχούς ή λαϊκούς, που κατέφυγαν στην Κύπρο μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453.

Στο 16 ο αιώνα χρονολογείται η σκαφωτή εικόνα του Αγίου Γεωργίου, στον τύπο του Διασωρίτη (να περνά μέσα από λίμνη και βουνά).

Από τη Μεγάλη Δέηση σώθηκαν οι εικόνες της Παναγίας, του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου, των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου και των Αρχαγέλλων Μιχαήλ και Γαβριήλ. Στον ίδιο ζωγράφο αποδίδεται και η εικόνα του Αγίου Τίμωνα. Ο άγιος παριστάνεται όρθιος, μετωπικός σε νεαρή ηλικία, αγένειος. Φορεί χιτώνα, ιμάτιο και ευλογεί. Οι εικόνες αυτές μπορούν να χρονολογηθούν στα μέσα του 16 ου αιώνα. Αισθητικά και τεχνοτροπικά στοιχεία, τις εντάσσουν στην Κρητική σχολή ζωγραφικής. Χαρακτηρίζονται από τη σοβαρότητα στις εκφράσεις, τα αδρά χαρακτηριστικά και έντονες χρωματικές διαβαθμίσεις. Σε άλλο ζωγράφο αποδίδονται οι φορητές εικόνες του Χριστού Σωτήρος, της Αγίας Μαρίνας, της Αγίας Κυριακής, του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου, το δεξιό φύλλο βημοθύρου με τον Άγιο Σπυρίδωνα και τα βημόθυρα με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και Αγίους (β΄ μισό 16 ου αι.). Κύριο χαρακτηριστικό στο ζωγράφο αυτό, είναι οι ωχρόλευκες γλυκερές εκφράσεις των προσώπων με τα καμαρωτά φρύδια, η λεπτότητα της πινελιάς και η αρμονία των χρωμάτων. Στο ζωγράφο Σολωμό θύτη (=ιερέα) ανήκουν οι εικόνες των Αγίων Ιωάννη Θεολόγου και Ιωάννη Προδρόμου. Υπογράφει με χρυσό στην εικόνα του Τιμίου Προδρόμου, ο οποίος παριστάνεται μετωπικά με ελαφριά κλίση του προσώπου προς τα δεξιά. Δυστυχώς, λόγω φθοράς δεν διακρίνεται η χρονολογία. Από άλλη γνωστή ενυπόγραφη και χρονολογημένη εικόνα του Σολωμού στο Μουσείο του Κύκκου, η δράση του, τοποθετείται χρονικά γύρω στο 1640. Η τέχνη του διακρίνεται από το σχετικά μαλακό πλάσιμο των σαρκωμάτων, τη «θεοσέβεια» στις εκφράσεις των προσώπων και τη σχεδιαστική «ζωηρότητα» (=κίνηση) των μορφών. Αρέσκεται επίσης στη δημιουργία ανάγλυφων φωτοστέφανων, που διακοσμεί συνήθως με φυτικούς βλαστούς, χαρακτηριστικό σχεδόν όλων των ζωγράφων του 17 ου αιώνα.

Στο λαϊκότροπο Αγιογράφο Παρθένο (1790 – 1836) αποδίδονται μια σειρά από εικόνες προσκυνηταρίου όπως: του Αγίου Δημητρίου (1832), της Αγίας Ειρήνης, του Αγίου Κόνωνος, του Αγίου Νεοφύτου, των Αγίων Ιωάννη Δαμασκηνού και Βαρβάρας, του Αγίου Αντωνίου, των Εισοδίων της Θεοτόκου και της Αναστάσεως του Χριστού. Στο πίσω μέρος της εικόνας του Αγίου Νεοφύτου υπάρχει μικρογράμματη επιγραφή του ζωγράφου, που αναφέρεται στη δωρεά: «δέησης Θεοδούλας κ(αί) των τέκνων Ιωάννου/συμβίου κ(αί) τέκνων».

Ο Ελλαδίτης Αργυρός Μενοίκου, κάτοικος αρχικά της Ασπρογιάς, νυμφεύθηκε στη Βάσα, τη Ροδία ή Σοφία. Μαζί του έφερε την εικόνα των Αγίων Πάντων (1833), έργο του ιεροδιάκονου Χριστοφόρου, που την αφιέρωσε στην εκκλησία του Οσίου Βαρνάβα.

Ο ίδιος ζωγράφος υπογράφει στο πίσω μέρος, την μοναδική εικόνα με την παράσταση του θαύματος του αγίου Μερκουρίου, που κατόπιν παρακλήσεως του Αγίου Βασιλείου, έσωσε την Καισάρεια από τον Ιουλιανό τον Παραβάτη. Είναι το θαύμα που οδήγησε στην κατασκευή της βασιλόπιττας με την τοποθέτηση του φλουριού. Σε μικρό εικονίδιο ένθετη απεικόνιση της Αγίας Αικατερίνας, που γιορτάζει την ίδια μέρα, την 25 η Νοεμβρίου, με τον Άγιο Μερκούριο. Στο 19 ον αιώνα χρονολογείται η δεύτερη γνωστή εικόνα του Οσίου Βαρνάβα. Το 1856 ο Αργυρός ως επίτροπος, παρήγγειλε στο ζωγράφο ιεροδιάκονο Χαρίτωνα από τη Μονή της Χρυσορρογιάτισσας διάφορες εικόνες: Γέννηση, Ευαγγελισμό και Κοίμηση της Θεοτόκου, Βάπτιση, Έγερση του Λαζάρου, Βαϊφόρο, Σταύρωση και Αγία Τριάδα. Στο κάτω δεξιό μέρος της εικόνας της Αγίας Τριάδας, εικονίζεται γονυπετής ο δωρητής, Αργυρός Μενοίκου σε προχωρημένη ηλικία. Φορεί βράκα και υποκάμισο. Το 1938/9 ο μακαρίτης Γιαννής του Κτωρή κάλυψε με μαύρη λαδομπογιά το πορτραίτο του Αργυρού, με τη δικαιολογία ότι ήταν τοκογλύφος και συμφεροντολόγος. Το 1860 ο Χαρίτωνας ζωγράφισε την εικόνα των Αγίων Συμεών, Ιησού του Ναυή και των Σαράντα Παρθένων που εορτάζουν την 1 η Σεπτεμβρίου (Αρχή της Ινδίκτου), το 1865 την εικόνα του Αγίου Ονουφρίου και το 1875 την εικόνα του Μυστικού Δείπνου. Ο Χαρίτωνας κατόπιν εντολής του Αργυρού, είχε επιζωγραφίσει τις εικόνες της Παναγίας Παντάνασσας (β΄ μισό 15 ου αι.) και του Αγίου Γεωργίου (16 ος αι.), εκτός από τα πρόσωπα των μορφών. Στον Αργυρό ανήκε και ένα χειρόγραφο βιβλίο (1821-1845) γνωστό ως «δευτέρι του Γεράρκυρου» με ιστορικές, ιατροσοφικές και άλλες σημειώσεις. Το χειρόγραφο αυτό ανήκε αρχικά στον Κωνσταντίνο Μενοίκου, στενό συγγενή του Αργυρού.

Στον Ελλαδίτη ζωγράφο Βασίλειο (19 ος αι.) που εργάστηκε στην Κύπρο, αποδίδεται η εικόνα του Αγίου Χαραλάμπους. Ακόμη Κύπριοι προσκυνητές που επισκέπτονται τους Αγίους Τόπους, φέρνουν μαζί τους εικόνες, όπως αυτή του Αγίου Χαραλάμπους (τέλη 19 ου – αρχές 20 ου αι.) και κέρινα αυγά (1930) τα οποία αφιερώνουν στην εκκλησία του χωριού.

Από τα αξιόλογα αντικείμενα της συλλογής των εκκλησιαστικών αργυρών, ξεχωριστή θέση κατέχει μεσαιωνικό αργυρό κουτάλι, που χρησιμοποιόταν ως Λαβίδα Θείας Μεταλήψεως. Στο κοίλωμα του κουταλιού διακρίνεται σφραγίδα της Δυναστείας των Λουζινιανών. Έχει αυγοειδές σχήμα και παρουσιάζει όρθιο λιοντάρι, στεμμένο με κορώνα και αριστερά το γράμμα «Μ».

Η λαβίδα του κουταλιού είναι στριμμένη στο χέρι και στο κέντρο διακοσμείται με κεφαλή βασιλέως. Καταλήγει σε παράσταση των πουλιών τα οποία φιλούν το ένα το άλλο (φιλικουτούνια). Παρόμοιες λαβίδες είχαν δοθεί δώρο σε μονές και εκκλησίες της Κύπρου, κατά τους γάμους του Ιακώβου Β΄ Λουζινιάν με την Αικατερίνη Κορνάρο το 1472.

Στο 19 ο αιώνα χρονολογούνται, δύο αργυρά περίτεχνα θυμιατήρια και Άγιον Ποτήριο, του οποίου η βάση φέρει εγχάρακτο φυτικό διάκοσμο με έντονη την επίδραση της ισλαμικής τέχνης. Σπάνια ως προς τυπολογία είναι και η αργυρή «επτάφωτη λυχνία» κατασκευασμένη το 1908 από τον Σ.Α. Χρυσοχόο, που χρησιμοποιόταν στις ακολουθίες της Αρτοκλασίας και του Ευχελαίου. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι αργυρές ιερατικές πόρπες «ζυγήν πούκλες», του 18 ου -19 ου αιώνα, διακοσμημένες με μυθικούς δράκοντες και δύο με εγχάρακτη σε σεντέφι παράσταση των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης να κρατούν τον Τίμιο Σταυρό.

Στον 19 ο αιώνα χρονολογούνται οι λειψανοθήκες του Αγίου Παντελεήμονα, του Αγίου Φιλίππου και της τιμίας κάρας του Οσίου Βαρνάβα (1895). Από τα πιο ενδιαφέροντα εκθέματα είναι μία μικρή καμπάνα που ανήκε στο στόλο του Μ.Ναπολέοντα. Σύμφωνα με την παράδοση, πειρατές κούρσεψαν το στόλο στο Λυβικό πέλαγος. Οι πειρατές πούλησαν στον επίσκοπο Πάφου έναν «πέφτζιν» (=χαλί) και την καμπάνα, την οποία ο ιερομόναχος Γεδεών, πρωτοσύγγελος στην Χρυσορρογιάτισσα, δώρησε στην εκκλησία της Βάσας Κοιλανίου.

Από τη Βυζαντινή περίοδο δεν μας σώθηκε κανένα χειρόγραφο. Παλαιότερα υπήρχε περγαμηνό ευαγγέλιο, που σύμφωνα με την παράδοση ανήκε στον όσιο Βαρνάβα. Στο χωριό όμως σε ιδιωτική συλλογή, φυλάσσονται δύο φύλλα περγαμηνού ευαγγελίου του 14 ου αιώνα, που βρέθηκαν στα κατάλοιπα του μακαρίτη Χαμπή του κινητού. Έχουν χαθεί και οι δύο μεταβυζαντινές χειρόγραφες ακολουθίες του Οσίου Βαρνάβα, με χρονολογίες 1639 και 1818.

Τα πρώτα τυπωμένα βιβλία εμφανίζονται στο τέλος του 15 ου αιώνα και προέρχονται από τα τυπογραφικά εργαστήρια της Βενετίας. Εισάγονται και χρησιμοποιούνται παράλληλα με τα χειρόγραφα, τα οποία τελικά παραγκωνίζουν. Η πλούσια συλλογή εκκλησιαστικών εντύπων αποτελείται από παλαίτυπα με «Βυζαντινή» δερματόδετη στάχωση, που χρονολογούνται από το 16 ο – 19 ο αιώνα. Από αυτά ξεχωρίζουν το Μηνιαίο Δεκεμβρίου του 1551, το Ευαγγέλιο του 1754, το Μηνιαίο Ιουλίου του 1777 και η ακολουθία του Αγίου Θεράποντος του 1801.

Σε κάποια παλαίτυπα υπάρχουν χειρόγραφες ενθυμήσεις (αρκετές είναι χρονολογημένες), που αναφέρονται σε δωρεές ή αγοραπωλησίες. Οι ενθυμήσεις αυτές, μας παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για την κοινωνική, οικονομική και θρησκευτική κατάσταση των ανθρώπων της εποχής εκείνης (18 ος -20 ος αι.).

Τα χειρόγραφα αγοραπωλητήρια έγγραφα του 1896, το χειρόγραφο «Βιβλίον Οφειλετών προς το ταμείον της εκκλησίας Όσιος Βαρνάβας», καθώς και μία σειρά αποδείξεων πληρωμών φόρων, αποτελούν σημαντικές μαρτυρίες για τη χαμένη εκκλησία του Οσίου Βαρνάβα.

Σε προθήκες που βρίσκονται μέσα στον εκθεσιακό χώρο του Μουσείου και στο παρεκκλήσιο του Τιμίου Προδρόμου, παρουσιάζονται χρυσοκεντήματα, όπως ο μεγάλος ρωσσικός επιτάφιος (19 ος αι.) ιερατικές ζώνες κεντημένες με σύρμα και χάνδρες (18 ος – 19 ος αι.), ποτηροκαλύμματα (19 ος αι). και άμφια παλαιών επώνυμων ιερέων της Βάσας, όπως του ιερομόναχου Παπαξενοφώντος (1890-1964), του παπά Ιωάννη Κωνσταντινίδη (1899-1966) και του παπά Νεάρχου Γιαλλουρίδη (1914-1993).

Στην περίοδο της Αγγλοκρατίας (1978-1960) χρονολογείται μια σημαντική συλλογή νεότερων εγγράφων, επιστολών και εγκυκλίων που μας παρέχουν σημαντικές πληροφορίες, για την ιστορία και την κατάσταση όχι μόνο του Κυπριακού Ελληνισμού, αλλά και των περιπετειών του έθνους γενικότερα. Κυρίως όμως μέσα από τα ντοκουμέντα αυτά, φαίνεται το συνεχές ενδιαφέρον της τοπικής Εκκλησίας να ορθοτομήσει τον «Λόγον της Αληθείας», και να στηρίζει το χειμαζόμενο υπό ξένη δουλεία ποίμνιό της.

ΠαπαΝικόλας Τηλ.: 99 131673

 

 

 
     
Designed & Developed by NETinfo Plc